Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

Αγιογράφος εκ Τήνου


Όταν όμως, πέρασαν οι πρώτες στιγμές της περιέργειας, οι υπηρέτες με άφηναν ήσυχο και μόλις τέλειωνα τις ραπτικές μου εργασίες, σήκωνα τα μάτια κι έβλεπα τη μεγαλειώδη περιπέτεια που ήμουν προορισμένος να ζήσω, (εν καιρώ), ενώ τα βράδια μπορούσα να γυρίζω ελεύθερος στα δάση, ιδιοκτησία των πρώτων ξυλέμπορων της πόλης
           κι εκεί, αποφεύγοντας τις μοιραίες συμπτώσεις, συναντούσα τη μικρόσωμη θεία μου και τη θλίψη του αγαπητού μας υιού, εξαδέλφου και ανιψιού, που ο πρόωρος θάνατός του ξεπερνούσε πολλά νοήματα – αλλά πώς μπορούσαν να σκέφτονται ότι εγώ, ένας θνητός, θα κατέφευγα σε τέτοιες κολακείες,
           έψαλλα, λοιπόν, μ’ όλη μου την ψυχή, έτσι που να διερωτώνται ανήσυχοι τι λογαριάζω και μετά το φαγητό καθόμουν στην είσοδο, στρίβοντας το μαντίλι με αδύναμα δάχτυλα – αλλά δεν παραπονιόμουν,
           γιατί στο βάθος ήξερα πως ήμουν ο μυστηριώδης εικονογράφος όλων εκείνων των ωραίων που θα δουν αύριο, έστω και με τις ασυνήθιστες, κάπως, πινελιές ενός συνηθισμένου μέθυσου.


Tάσος Λειβαδίτης, "Ανακάλυψη" 1978, 
εκδόσεις κέδρος




Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017

Ποίηση - Charles Bukowski

χρειάζεται
πολλή

απελπισία

δυσαρέσκεια

και
απογοήτευση

για να
γράψεις

λίγα
καλά
ποιήματα.

δεν
μπορεί
ο καθένας

ούτε να

την
γράψει

ούτε να

την
διαβάσει.


Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

Νικήτας Ράντος - Στρογγυλή συμφωνία


Γυρίζει γυρίζει φριχτά
ο στρογγυλός ο δρόμος
γυρίζουν γυρίζουν φριχτά
στο στρογγυλό το δρόμο
χιλίων ειδών ανθρώποι
μηχανές ποικίλων μορφών
γυρίζουν γυρίζουν σιγά
οι κουτσοί οι τυφλοί και οι γέροι
το δίτροχο με το μισόνεκρο μουλάρι
το τραμ τρία που σταθμεύει εκεί κοντά
το κίτρινο τραμ ανάμνηση βελγικής εταιρίας
γυρίζει γυρίζει σιγά
η κοκότα που κάνει τροτουάρ
και ο ομοφυλόφιλος νέος
και πίσω από το νέο
απόστρατος ανθυπολοχαγός
ήρωας σε δυο νικηφόρους πολέμους
και πρώην μπράβος στη Σμύρμη μέσα
γυρίζει σιγά σιγά
το παιδί που δεν αγαπάει το σχολειό
κι ο άνεργος που από κάπου περιμένει δουλειά
πλήθος κόσμου γυρίζει συχνά
τα πρωινά στην πλατεία της Ομόνοιας
πλήθος πραγμάτων γυρίζουν σιγά
ολημερίς στην κεντρική την πλατεία
χαντάκια μικρά κάθε είδους
κουρελάκια που άλλοτε ίσως νάταν ωραία
κι η σκόνη κι αυτή γυρίζει σιγά
κι η πλάκα του φωνογράφου
σιγά γυρίζει ένα παλιό ταγκό
πάμπολλες σκέψεις γυρίζουν
γύρω – γύρω στην πλατεία της Ομόνοιας
συναντιούνται καμιά φορά
στον κυκλοτερό τους δρόμο
πριν χαθούν σε μια πάροδο
μαζί ή χωριστά
πριν χαθούν μεσ’ τη γη-
της γης οι δρόμοι
που ενώνουν την Αθήνα με τον Πειραιά
σε μερικούς δίνουν τη θάλασσα
-ποιος θα ποτέ γιατί τη θέλουν-
σ’ άλλους χρήματα έρωτα
στην πλατεία της Ομόνοιας δίνουν ζωή
βγαίνει ξετρυπάει με πόνο το πλήθος
έτοιμο να γυρίσει σα μπάλα
-ποιος δρόμος είναι τάχα ο τυχερός αριθμός;
φωνάζει ο λούστρος το λαχείο του στόλου
γυρίζει με βία τη μεγάλη πλατεία
ανδρείκελα σε πλάκα φωνογράφου
που κραυγάζει Εστία και Έθνος
την αξία γραβάτας που πουλούν σε τιμή ανεργίας
μυτερή η βελόνα που βγάζει τους ήχους
μ’ ελατήριο το χρήμα
και γυρίζει η πλατεία
ενώ οι δύστυχοι άνθρωποι προσπαθούν να μην κινηθούν
τι τους σπρώχνει κει κάτω στη γη
μακριά από κάθε αέρα
ποιες ελπίδες ή ποια φριχτήν αιτία
να μπορούσε να σταθεί όλος ο κόσμος
που περνάει τα βράδυα από την Ομόνοια
να κάτσει για μια στιγμή
και να δώσει ζωή στις πέτρες
και να πουν μεταξύ τους οι άνθρωποι
δυο λόγια απλά
σαν άνθρωποι
και τα φώτα που ξελαρυγγώνουν πλούσιες ιδιότητες
να πνιγούν με καρδιές-
να σταματήσουν για μια στιγμή τα λεωφορεία
να ξεκουραστούν και τα κακόμοιρα ταξί
και η άσφαλτος για λίγο να πάψει να υποφέρει
ας ησυχάσει η πλατεία από τους κόπους των κορμιών
και η Εστία ας μη βγει για μια μέρα
ας έρθει η σειρά των φτωχών να γυρίσουν λεύτερα
αδιάφορο αν ίσια ή κυκλοτερά
γύρω στην πλατεία της Ομόνοιας
ας γυρίσουν σε κύκλους πελώριους
σε σφαίρες ασάλευτες και ξένες-
και ο φωνόγραφος ας μην παίξει ένα παλιό τανγκό
τι ωραία που θα ‘ναι τότε η πλατεία
που θα φορούν οι άνθρωποι
και δέντρα τα λεωφορεία
πώς θα γλυκομιλούν λέγοντας
όσα όταν περνούσαν βιαστικά
σκοντάφτοντας ο ένας στον άλλον
ποτέ δεν είχανε σκεφτεί
θα περπατούν οι λέξεις
θα φτιάχνουν………..
τι δε θα φτιάχνουν….
………στη γενική ανθρώπινη αρμονία
Αλλά πού!
ποιος σήμερα ταράζει τους κύκλους
που μας ταράζουν όλους εμάς
δεκάρες πεντάρες και λίρες χρυσές
κινούν την Ομόνοια γύρω σε άξονα
γυρίζουν σα σβούρα κυκλικά σε πλατεία
εργάτες και πλούσιοι φτωχοί και φτωχοί
και στους διαβολικούς εκείνους γύρους
ο αγέρας σηκώνει φουστάνια
ανεμίζει χαρές και πόνους
όλη η Αθήνα βρίσκεται στην Ομόνοια μέσα
κι οι πιο κρυφοί πόθοι εκεί πέρα ζουν
εκεί αρχίζει ο έρωτας που πληρώνεται
εκεί οι διαδηλώσεις για πληρωμή
εκεί αρχίζουν οι ζάλες
που σε κάνουν όλα να τα δεις να γυρίζουν
αγαπώ τις πλατείες σαν την Ομόνοια γυμνές
αφήνουν να θωρήσεις την κάθε σκιά
που πετιέται στους δρόμους
και λιμνάζουν εκεί θολά νερά
κυκλοτερά
μες στα νερά καθρεφτίζονται σπίτια
της Ομόνοιας τ’ άσκημα σπίτια
δίπατα τρίπατα και πιο ψηλά ακόμα
περίεργα τα σπίτια της Ομόνοιας
δε μιλούν όπως άλλα κτίρια
αλλά ποιος ακούει τι λένε;
τα λυπάμαι πολύ
θα ‘ναι φριχτά ζαλισμένα
απ’ την πλάκα που γυρίζει όλη μέρα
και τα βράδυα δεν τ’ αφήνουν να κοιμηθούν
μαζί με τους δρόμους τ’ ανάβουν φριχτά
όπως η σαμπάνια χορεύτρες φτωχές
και γυρίζουν τότε κι αυτά μεθυσμένα
ολόκληρη η πλατεία πηδάει
στην παραζάλη κείνη.


Δείτε εδώ σχετικά για τον Νικήτα Ράντο


Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

Το έγκλημα - Λειβαδίτης

Το έγκλημα

Μόλις είχε γεννηθεί κι οι γυναίκες, κλαίγοντας, κάτω στο
πλυσταριό, τούπλεναν κιόλας το πουκάμισο
για την ημέρα της δίκης

ο διακόπτης

Και το προαίσθημα δεν είναι παρά αυτό που έγινε κάπου
                μες στο σκοτάδι –
και περιμένει, για να σε συντρίψει, ν’ ανάψεις το φως.


Τάσος Λειβαδίτης, Ανακάλυψη, εκδόσεις κέδρος 1977 

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Δειλινό στη γέφυρα – Τάσος λειβαδίτης

 από το Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα
Αποσπάσματα


Κι αν με βλέπετε να στέκομαι συχνά μπρος στον καθρέφτη δεν είναι από φιλαρέσκεια, αλλά πρέπει κάθε τόσο να διορθώνω τη θηλιά που μ’ έχουν κρεμάσει… (…)

Έπειτα γύρισα στο δωμάτιό μου, γονάτισα πίσω από τον καναπέ κι έπαιξα με τη Λουκία, τη μικρή πεθαμένη υπηρέτρια των παλιών ωραίων καιρών. (…)

Κι άξαφνα μια μέρα, όπως καθόμουν, αναπήδησα γιατί κατάλαβα πως η ζωή δεν είναι αιώνια, ήταν μάλιστα τόσοι πολλοί ηλίθιοι που μου εύχονταν στα γενέθλιά μου «χρόνια πολλά», που ξέχασα ολότελα πως μια μέρα θα πεθάνω (…)

πήγα λοιπόν και πέταξα τα λεφτά στον υπόνομο – από τότε κοιμάμαι ήσυχος. (…)

«Με συγχωρείτε, τους λέω, δεν ήθελα να σας ενοχλήσω, αλλά, για το θεό, δεν βλέπετε – είναι αργά για όλα» τρόμαξαν, θέλησαν να με διώξουν, αλλά εγώ πιο γρήγορος έβγαλα τον μπαλτά που έχω πάντα κάτω από το σακάκι μου, τους άνοιξα το κεφάλι και τους έβαλα μέσα ένα κλωνάρι πασχαλιάς.
                Ίσως γι’ αυτό μιλώ μόνο το βράδυ.

(…)κι όλα αυτά προς δόξαν του μυστηρίου κι ο χαμένος χρόνος ας πάει να κρεμαστεί κι ας κρεμαστεί μαζί του κι εκείνος που τον έχασε. Κι ύστερα έρχονται και σε ρωτάνε: «σε ποιον έχω την τιμή;», «στου μουνί της αδελφής σου, βρε ηλίθιε – δε βλέπεις;»

(…)όπως τότε παιδί που οι υπηρέτριες έσκυβαν και κοίταζα με αγωνία τις δαντέλες στις άσπρες κυλότες τους(…)

(…)ω χαμηλά φώτα των τρένων, των φτηνών ξενοδοχείων, των απόμερων δρόμων ή των μικρών εκκλησιών στις εξοχές και γενικά, εκεί που οι ψυχές πηγαίνουν να λησμονήσουν λίγο, ενώ ένας ζητιάνος κάτω από ένα παράθυρο τραγουδάει βραχνά
                την εποποιία της ερημιάς.

(…)κι εγώ έπαιζα το μεγάλο ρόλο μου κλειδωμένος στη σοφίτα. Κι αργότερα συνάντησα στο διάδρομο την κυρία – Μάρθα. «Ήταν θέλημα Κυρίου, είπε. Και τώρα στο έργο μας.»

Φυσικά, από παιδί είχα πάντα τη διαίσθηση ότι ήμουν γεννημένος για κάτι πολύ μεγάλο. Τι ακριβώς; Μάλλον δεν θα το μάθω ποτέ. (…)αλλά κι εγώ με αυτό το τρέξιμο κάθε νύχτα ως την άκρη του κόσμου, το πρωί εξαντλημένος δεν μπορούσα να γράψω ούτε γραμμή – διότι, είρησθω εν παρόδω, ήμουν ένας σπουδαίος συγγραφέας. (…)





Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

H γεωργικότης της συφιλίδος και της βλενορροίας... Γιάννης Τσαρούχης

"H γεωργικότης της συφιλίδος και της βλενορροίας επιβλεπόμενη από μίαν μητέραν, υπό μορφήν μικρού κανίστρου βαμμένου με μπρούτζινα, με άνθη πάνινα σκονισμένα, ροζ, μώβ, κίτρινα, πράσινα πολύ ανοιχτά, ξαπλώνεται με βάρος, ανορθώνεται θυμωμένη, δίνει μια κλοτσιά σε κάθε Πιετά, ιδίως του Μιχαήλ Αγγέλου την Πιετά. Οι πορδές τους πάνε στον ουρανό, ο ουρανός πέφτει αλληλοδιαδόχως, οι άνθρωποι ανακαλύπτουν πως είναι ζωγραφιστός - κάποιος αναγγέλλει πως θα πέσει ο καθ' εαυτό ουρανός, πέφτει κι αυτός, και ο κόσμος ανακαλύπτει ότι ο καθ' εαυτό ουρανός είναι μια καπότα, προφυλακτικό. Μέσα στις πληγές των αφροδίσιων φυτεύουν βασιλικό. Ο βασιλικός βγάζει χρυσά μήλα, κελαηδούν στα κλαδιά του πουλιά αληθινά, ο αέρας μυρίζει κανέλα και μάλαμα, ο ουρανός είναι ροζ και θαλασσίς. Ο ουρανός πλησιάζει και μυρίζει μπριγιαντίνη, η Ηθική βρώμα κατρουλιό. Η Τέχνη, σκατό."

Γιάννης Τσαρούχης, Ποιήματα 1934-37
εκδόσεις άγρα 1996


Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2016

Μ.Αναγνωστάκης, Ο πόλεμος (απόσπασμα)


Σιγά σιγά αδειάσανε οι δρόμοι και τα σπίτια, όμως ακόμη κάποιος έμεινε και τρέχει να προφτάσει
Και ρυθμικά χτυπήσανε μια-μια οι ώρες κι ανοίξανε πόρτες και παράθυρα μ' εξαίσιες αποκεφαλισμένες μορφές
Ύστερα ήρθανε τα λάβαρα, οι σημαίες κι οι φανφάρες κι οι τοίχοι γκρεμιστήκανε απ' τις άναρθρες κραυγές
Πτώματα ακέφαλα χορεύανε τρελά και τρέχανε σα μεθυσμένα όταν βαρούσανε οι καμπάνες.
Τότε θυμάσαι που μου λες-ετελειωσε ο πόλεμος.
Όμως ο πόλεμος δεν τέλειωσε ακόμα!
Γιατί κανένας πόλεμος δε τέλειωσε ποτέ!


Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016

Νούλα - Χρήστος Δάλκος


Έγραφε κάτι ποιηματάκια εκειδά
γι΄αντίσταση, δημοκρατία και λοιπά
και δεν παρέλειπε με ζέση να τα προωθεί
σε έντυπα και σε υπουργεία

Μάλιστα όταν πήραν την κυβέρνηση
βάλαν και δυό ποιήματά του στα σχολεία
και τότε να έβλεπες ανάλυση με το καντάρι
σε βοηθήματα και φροντιστιριακά εγχειρίδια

Ένας απ’ τους ευφάνταστους αναλυτές
Έγραφε: «ύφος γλαφυρό
που ισορροπεί επικίνδυνα
Ανάμεσα στο έπος και το λυρισμό»
Κι αποστήθιζαν για τις πανελλήνιες οι μαθητές

Ώσπου ο υπουργός αφαίρεσε την ποίηση
απ’ τα εξεταζόμενα για  τ΄ ΑΕΙ μαθήματα
Πάνε οι γλαφυρότητες και τα έπη
παν και τα βαθυστόχαστα νοήματα

κι έμεινε μονάχα η ανάμνηση
-αν έμεινε κι αυτή-
αυτού που πράγματι ήταν:
Μια νούλα

Χρήστος Δάλκος από τη συλλογή "Νευρόσπαστο τηλεχειριστηρίου" 2007






Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

Συνέντευξη Μίλτου Σαχτούρη στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο


Αν και δεν συμφωνώ με τις απόψεις και τη γενικότερη στάση του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου, αυτή η συνέντευξη όμως, αποτελεί ένα σπάνιο ντοκουμέντο καθώς ο Μίλτος Σαχτούρης, δεν έδινε συχνά συνεντεύξεις. Επίσης, είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζεται ολόκληρη κι έτσι, θέλησα να τη μοιραστώ μαζί σας. Ας μείνουμε στις απαντήσεις του Μίλτου λοιπόν...
Χ.Ζ.


Σε κάτι παλιά χαρτιά, 30 χρόνων και βάλε, βρήκα αυτό: είναι η πρώτη συνέντευξη που πήρα ποτέ -και είναι από τον Μίλτο Σαχτούρη! Δεν ήξερα τότε πώς να χειριστώ το τεράστιο υλικό – δημοσίευσα ένα μικρό κομμάτι της. Τώρα που ο χρόνος δίνει άλλη αξία και νόημα στα πράγματα με τα οποία κάποτε, άμαθα, πειραματιστήκαμε, νομίζω ότι αξίζει να δημοσιευτούν αυτά τα λόγια ενός από τους μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές. Η συνέντευξη έγινε στο σπίτι του στην Κυψέλη, παρουσία της Γιάννας Περσάκη.  
Σ.Τ.

Κύριε Σαχτούρη, ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να διαβάζουν τη «δύσκολη» ποίηση σας;
Θέλω να πλησιάζουν την ποίησή μου με αγάπη μόνο, χωρίς διανοητικές τάσεις και προεκτάσεις που αγνοώ. Ο Ισαάκ Μπράιτον, ας πούμε, δεν ξέρω καν ποιος είναι, ούτε ο Ιωάννης Βενιαμίν δ’ Αρκόζι. Στους πέντε χιλιάδες που αγόρασαν τελευταία τα ποιήματά μου θα υπάρχουν 100-200 άνθρωποι που καταλαβαίνουν, άσχετα από τη μόρφωσή τους. Το έχω ξαναπεί, στο Μαρούσι, προ πολλών ετών, ένας τσαγκάρης με γνώσεις Δ’ Δημοτικού διάβαζε τη «Λησμονημένη» κι έκλαιγε εξηγώντας μου πως είναι ερωτικό ποίημα – αυτό που είναι από τα πλέον δύσκολά μου. Πάντα ορισμένοι με μια ευαισθησία αλλιώτικη, που έχουν ανάγκη την ποίησή μου, θα με καταλαβαίνουν. Μερικοί θυμώνουν όταν τους επισημαίνεις την έλλειψη ευαισθησίας που τους αποκλείει από τη μέθεξη. Ένας συνταγματάρχης μπορεί να παραδεχτεί ότι δεν καταλαβαίνει τον Μπετόβεν, αλλά επιμένει ότι μπορεί και κρίνει όλη την ποίηση. Δεν χρειάζεται να έχεις σχέση με την ποίηση για να συγκινηθείς. Εκείνο που με ικανοποιεί περισσότερο απ’ όλες τις κριτικές και τα γραφόμενα είναι οι ομολογίες μερικών νέων παιδιών ότι βρήκαν στην ποίησή μου κάποιον που συμπάσχει μαζί τους. Ήταν σαν να προέβλεψα τα δύσκολα χρόνια μας.  

Το έργο σας έχει, κυρίως από άποψη ύφους, συνεκτικότητα και συνέπεια πρωτοφανή.
Δεν εκτιμώ όσους πετάγονται από το ένα θέμα στο άλλο και αλλάζουν το ύφος σαν πουκάμισο. Είναι κάτι που με ενοχλεί και στον Πικάσο. Η λεγόμενη ανανέωση. Εγώ πιστεύω ότι ένας γνήσιος ποιητής έναν κόσμο έχει, και αυτόν εκφράζει. Το είπε και ο Παλαμάς: «Το ίδιο τραγούδι πάντα να λες, είτε γελάς είτε κλαις». Εκτιμώ τον Ρουό και τον Σαγκάλ που διατήρησαν το στυλ τους ως το τέλος.  
 Ο κόσμος του καλλιτέχνη δεν υφίσταται ποτέ μεταβολές στην πορεία του, και κάποτε μάλιστα βίαιες;
Ναι, δεν αλλάζει ποτέ όμως ο μηχανισμός του οράματος, εκτός και είναι πλαστός. Ο γνήσιος ποιητής πρέπει να βρει το «μηχανάκι» του. Να καταλήξει κάπου... Κι εγώ στις «Παραλογαίς» άρχισα να κάνω δοκιμές, για να καταλήξω οριστικά στο «Με το πρόσωπο στον τοίχο».  

 Πώς μπορεί ένας ποιητής να φανεί χρήσιμος;
Το έργο σας έχει κάποιο αίτημα πέρα από τη μυστηριώδη ανάγκη που το κινεί;
Ο ποιητής είναι άχρηστος. Είναι είδος πολυτελείας. Βοηθάει ορισμένους μόνο ευαίσθητους ανθρώπους να ξεπεράσουν τις δυσκολίες που έχει αυτή η ζωή.  

Αυτό δεν είναι ήδη κάτι;
Ίσως, και παρόλο που δηλώνω έτσι αφοριστικά την αχρηστία του ποιητή, βλέπω οπωσδήποτε την έστω περιορισμένη κοινωνική λειτουργία του. Υπάρχει αυτή η αντίφαση. Ο κόσμος γελάει όταν δηλώνεις ποιητής, άλλωστε τα περισσότερα ειδύλλιά μου τελειώσανε άμα τη δηλώσει της ποιητικής μου ιδιότητος. Πολλοί ντρέπονται.  
 Εσείς;
Όχι, εγώ ήμουν ανέκαθεν τρελός, επαναστατημένος. Το πλήρωσα ακριβά αυτό, αλλά δεν μετάνιωσα ποτέ.  

Νιώσατε ποτέ την ανάγκη να δημιουργήσετε κάτι παράλληλο ή ενάντιο στην ποίηση;
Όχι, ποτέ. Και όταν άφησα τα Νομικά τον τελευταίο χρόνο, έβαλα συμβόλαιο με τον εαυτό μου. Ζωγράφισα κάποτε, αλλά ως παιχνίδι και μόνον όταν δεν έγραφα ποιήματα. Άλλοτε επιχείρησα να δουλέψω, ακόμα και ως μεταφραστής, και όταν μου έμπαινε μια λέξη στο μυαλό, δεν κοιμόμουν όλο το βράδυ. Η Γιάννα Περσάκη, στην οποία οφείλω πολλά ακόμα, με απέτρεψε και γλίτωσα από το μαρτύριο. Οι καθαρόαιμοι ποιητές δεν μπορούν να κάνουν τίποτε άλλο. Άλλοι τα καταφέρνουν. Δεν τους αγαπώ αυτούς τους άλλους. Ποτέ δεν αγάπησα τον Κλοντέλ που ήταν και διπλωμάτης και ας τον είπαν μεγάλο. Ο Σεφέρης το είχε πει στον Ελύτη: «Αν δεν είχα αυτήν τη δουλειά, πόσο ωραιότερα πράγματα δεν θα είχα γράψει».  

Κύριε Σαχτούρη, ποιους καλλιτέχνες αγαπάτε;
Εγώ λατρεύω τον Μπέλα Μπάρτοκ και, φυσικά, τον δικό μας, ισάξιο, ει μη και καλύτερο, Σκαλκώτα, άνθρωπο που κατατρέξανε πολύ σ’ αυτό τον τόπο.  

«Σ’ αυτό τον τόπο όσοι αγαπούνε...»
«Τρώνε βρόμικο ψωμί». Τον Σαββόπουλο τον αγαπάω πάρα πολύ. Αυτός είναι παιδί μας. Έχει βγει από τον κόσμο μας. Αυτό το ποίημα, η «Άννα», είναι το ωραιότερο ερωτικό ποίημα που έχω ακούσει τα τελευταία χρόνια. Είναι τόσο μυστηριώδες και ωραίο. Θυμίζει σ’ οποιονδήποτε την πρώτη του αγάπη.  

 Αγαπάτε πολύ και τον Ντίλαν Τόμας.
Ναι, και πρόσφατα έγραψα ένα μεγάλο ποίημα γι’ αυτόν. Εμένα μου αποκαλύφθηκε στην ηλικία των σαράντα και τον ένιωσα πράγματι σαν αδελφό. Να ένας ποιητής καθαρός, που δεν πρέπει να ανοίγεις λεξικό, σαν τον Έλιοτ, για να αποκρυπτογραφήσεις τα ονόματα. Με συνέρπασε που αυτός, ένα χωριατόπαιδο από την Ουαλία, κατέβηκε στο Λονδίνο και διέλυσε όλους αυτούς τους πανεπιστημιακούς με τα συνέδριά τους: τον  Όντεν, τον Μακ Νις. Αυτοί ταξινομήθηκαν σε επιτομές και πανεπιστήμια, ενώ ο Ντίλαν Τόμας είναι από τους τελευταίους μεγάλους λυρικούς του αιώνα μας. Μεταφράζοντάς τον κατάλαβα την αξία του, την ποιότητα και τον λυρισμό του, την οικονομία του λόγου του.        

Σας εντάσσουν άλλοτε στους υπερρεαλιστές, άλλοτε στους ποιητές του παραλόγου. Εσείς που εντάσσετε την ποίησή σας;
Κέρδισα πάρα πολλά πράγματα από τον υπερρεαλισμό, αλλά ποτέ δεν ήμουν καθαρόαιμος υπερρεαλιστής. Έχω οφειλές παντού και κυρίως στις μεγάλες ξένες λογοτεχνίες. Οι νέοι παίρνουν αίμα από τους παλιούς και προχωρούν τον δρόμο τους – εννοείται οι νέοι που έχουν ταλέντο, γιατί οι άλλοι, οι κακοί, απλώς μιμούνται.  

 Προχωρούν τον δρόμο τους σε ρήξη ή σε συνεργασία με τους προηγούμενους;
Η ρήξη, όταν υπάρχει, είναι φαινομενική. Στον υπερρεαλισμό υπήρχε ήδη ο Απολινέρ, και γρήγορα προσυνεταιρίσθησαν τον Λοτρεαμόν και τον Ιερώνυμο Μπος.  

 Τα ποιήματά σας έχουν κάτι από την εικονογραφία του Μπος.
Και ο κ. Μαρωνίτης το διαπιστώνει αυτό. Μου αρέσει πάρα πολύ, αλλά γνώρισα το έργο του αφού είχα γράψει τα περισσότερα ποίηματά μου. Νέος, είχα επηρεαστεί πολύ από τις εικόνες του Νταλί – αυτού του κατεργάρη και λιγάκι απατεώνα. Μου αρέσουν ακόμα από τους Έλληνες ο Παρθένης, ο Μπουζιάνης κι ο Εγγονόπουλος. Από τον τελευταίο έμαθα πολλά πράγματα. Είχα τη χαρά να τον κάνω συντροφιά τρία χρόνια καθημερινώς, τότε που μίλαγε ακόμα με τους ανθρώπους – ήταν αληθινά σοφός.  

 Είστε ο κατ’ εξοχήν ποιητής του παραλόγου στην Ελλάδα. «Φύσει και θέσει», όπως αποδεικνύει ο Δάλλας («διπλοεγγράφοντας, ανακατασκευάζοντας και αποτυπώνοντας γραπτά την αμφιπλευρικότητα της εικόνας»). Πώς επιστρέφετε «σώος» στη μονοδιάστατη τοπογραφία της καθημερινής σας ζωής;
Είναι δυνατόν να επιστρέψω αλώβητος; Δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου. Με κατατρώει αυτή η ποίηση. Οι ανθρώπινες σχέσεις μου γίνονται όσο πάνε και πιο δύσκολες. Κάποτε ισοφάριζα ωραία. Βέβαια, οι κοινωνικές σχέσεις πάντα με κουράζουν. Σπανίως μιλούσα σε συζητήσεις ασχέτων ανθρώπων σε ένα δωμάτιο. Τα τελευταία χρόνια είμαι πολύ μόνος. Η ίδια η γενιά του τριάντα δεν με λογάριαζε, πλην του Εμπειρίκου και του Εγγονόπουλου, που έζησε κι αυτός σε ένα υγρό υπόγειο 30 χρόνια κι επιβίωσε από τη γερή του κράση. Συνηθίζεται οι μετριότητες να ποδοπατούν μια ζωή στερημένη, τα δύσκολα χρόνια του καθενός.  

Τα πρόσωπα που διασχίζουν την ποίησή σας έχουν κάποια βιωματική σχέση μαζί σας;
 Όχι απαραιτήτως. Τη φροϊλάιν Ράμσερ τη συνάντησα απλώς σε ένα νησί και μιλήσαμε δυο-τρεις φορές. Ο Ισαάκ Μπράιτον είναι όλος επινοημένος, αλλά με τον Γιώργο Μακρή, αυτόν το μεγάλης αξίας άνθρωπο, με συνδέει μια μακρόχρονη φιλία κι εκτίμηση. Δυστυχώς, τα ναρκωτικά και η σχιζοφρένεια τον κατέστρεψαν...  

 Η σύγχρονη, σκληρή, εξομολογητική ποίηση, που δημοσιοποιεί τόσο εύκολα το ιδιωτικό σας;
Μου είναι αντιπαθής. Με θλίβει. Ένας βούρκος μόνος δεν κάνει Τέχνη∙ χρειάζεται ένα ανέβασμα, μια υπέρβαση.  

Σας ενοχλεί η απενοχοποιημένη γλώσσα απέναντι στις «βρόμικες» λέξεις»;
Νομίζω ότι δεν γίνεται ποίηση έτσι. Τέτοια στοιχεία υπάρχουν σε όλους, αλλά από όλη την μπητ γενιά μόνο ο Γκίνσμπεργκ αξίζει, που ήταν και ποιητής. Μου έρχονται πεζογραφήματα, ιδίως από ομοφυλόφιλους, που δεν έχουν μια γραμμή έξω από τέτοιες περιγραφές. Πού είναι η τέχνη του λόγου; Και το περίεργο είναι ότι σχεδόν όλοι έχουν θητεύσει πρώτα σε κατηχητικά. Άλλους πάλι δεν τους καταλαβαίνω καθόλου, τόσο μπερδεμένα γράφουν.  

Καλύπτουν την απουσία εμπειριών με γλωσσικές περιπέτειες και ιδεοληψίες;
Δεν ξέρω τι είναι. Οι ποιητές οι μεγάλοι ήτανε όλοι οραματιστές. Σήμερα τρίβονται σε πράγματα καθημερινά, χωρίς υπέρβαση. Εγώ όταν γράφω για ένα ποτήρι, αναφέρομαι σε κάτι πολύ ευρύτερο. Είναι όμως δύο νέοι που πολύ με έχουν συγκινήσει: Ο πολύ δυνατός Λευτέρης Πούλιος και ο Μιχάλης Γκανάς, που καταφέρνει ποιήματα ατμόσφαιρας Κρυστάλλη, αγροτικά, να τους δίνει προσωπικό τόνο και έντονη ποίηση.  

Η παραγωγή σας αραιώνει όλο και πιο πολύ.
Γράφω μόνο όταν μου έρχεται έμπνευση. Ποτέ δεν κάθομαι στο τραπέζι να γράψω ένα μέτριο ποίημα. Προτιμώ αυτά τα λίγα, αλλά να είναι γνήσια. Μπορεί και να μην εκδώσω άλλη συλλογή, αν δεν με ικανοποιεί. Ίσως ακολουθήσω το παράδειγμα του Αναγνωστάκη (αν και το θεωρώ σφάλμα του – πολύ αγαπώ την ποίησή του και τον ίδιο).  

Έστω αργά, όμως, έρχεται η αναγνώριση.
Αλλά και η ανασφάλεια που ποτέ δεν ξεπερνιέται...  

 Η πολιτεία πώς προωθεί την πολιτιστική μας παραγωγή;
 Με ποδοσφαιρικούς αγώνες. Αν δεν υπήρχαν ορισμένες συμπτώσεις, μερικοί ποιητές θα ’χαμε πεθάνει προ ετών.  
ταν ξαναγυρίζετε στο παρελθόν, όταν σκέπτεσθε τη ζωή σας και το έργο σας, έχετε το συναίσθημα ότι εκπληρώσατε σωστά τους όρους του συμβολαίου σας με τον εαυτό σας;

Ναι, το πιστεύω, γιατί το έχω πληρώσει. Και τα αποτελέσματα φαίνονται τώρα, στα 65 χρόνια μου. Δεν δέχτηκα ούτε τραγουδάκια να κάνω για να επιβιώσω, ούτε τίποτε άλλο. Ήμουν απόλυτος και είναι περίεργο πώς επέζησα ως εκ θαύματος.    

ΚΑΤΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ  

Κάτι επικίνδυνα κομμάτια
χάος
είν’ η ψυχή μου
που έκοψε με τα δόντια του
ο Θεός    

Άλλοι τα τριγυρίζουν πάνω σε σανίδια
τα δείχνουν
τα πουλάνε
τ' αγοράζουν  

Εγώ δεν τα πουλώ.  

Οι άνθρωποι τα κοιτάζουν
 με ρωτάνε
άλλοι γελάνε
άλλοι προσπερνάνε  


Εγώ δεν τα πουλώ. 

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

Μανόλης Αναγνωστάκης - το περιθώριο '68 - '69

Όλοι αυτοί οι πολεοδόμοι, φιλόσοφοι, οικονομολόγοι, καθηγητές κτλ. που γράφουν, συζητούν, αγορεύουν σε συνέδρια και σεμινάρια για τη βαρβαρότητα των πόλεων, τη μαζοποίηση, την αλλοτρίωση, το αδιέξοδο του σύγχρονου τεχνολογικού πολιτισμού, από προοδευτική πάντα σκοπιά, αριστερή και συνήθως άκρως ριζοσπαστική - πόσο βολεμένοι οι ίδιοι σε θέσεις με γερούς μισθούς και επιμίσθια, με παροχές και ταξίδια, πόσο δεμένοι οι ίδιοι με το σύστημα που καταριούνται και, υποτίθεται, αγωνίζονται για την ανατροπή του, πόσο βέβαιοι τελικά πως τίποτα ευτυχώς δεν κινδυνεύει ν' αλλάξει, τουλάχιστο στο αμέσως προσεχές μέλλον

"Με προκαλούν" είπες. 


Μανόλης Αναγνωστάκης - το περιθώριο '68 - '69


Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

Μουσική ποιητική εκπομπή

Μουσική ποιητική εκπομπή στο ράδιο ψαλίδι, σε ένα αφιέρωμα σε... στίχους ποιητών που αγαπήσαμε. Μπορείτε να ακούσετε ολόκληρη την εκπομπή από εδώ

Επίσης, μπορείτε να επισκεφτείτε τη σελίδα του ψαλιδιού και να ενημερωθείτε για το πρόγραμμα του σταθμού και να ακούσετε όποια εκπομπή σας κάνει κέφι. http://psalidi.espivblogs.net/

Κάναμε κάποιες εκπομπές με θέμα την ποίηση και τη μουσική, τις οποίες μπορείτε να βρείτε εδώ

Σχόλια και παρατηρήσεις, επιθυμητά.

Καλή ακρόαση.



Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

Τρεις νέες μεταφράσει από τη Άννα Μαρία Ιακόβου σε ποίηση του Charles Bukowski

Το πρόσωπο ενός πολιτικού υποψηφίου σε ένα πίνακα διαφημίσεων της πόλης

να τος
όχι πολλά μεθύσια
όχι πολλοί καυγάδες με γυναίκες
όχι πολλά κλαταρισμένα λάστιχα
ποτέ δε σκέφτηκε την αυτοκτονία
όχι περισσότεροι από τρεις πονόδοντοι
ποτέ δεν έχασε γεύμα
ποτέ δεν έκανε φυλακή
ποτέ δεν ερωτεύτηκε
7 ζευγάρια παπούτσια
ένας γιος στο πανεπιστήμιο
αμάξι ενός έτους
ασφαλιστήρια συμβόλαια
ένα πολύ πράσινο γρασίδι
κάδοι σκουπιδιών καλά σφραγισμένοι
θα εκλεγεί.



Ερωτεύτηκα

είναι μικρή, είπε,
αλλά κοίτα εμένα,
έχω ωραίους αστράγαλους,
και κοίτα και τους καρπούς μου, έχω ωραίους
καρπούς
Θεέ μου,
νόμιζα ότι πήγαινε καλά,
και τώρα ξανά αυτή,
κάθε φορά που σου τηλεφωνεί τρελαίνεσαι,
μου είπες ότι τελείωσε
μου είπες ότι ως εδώ ήταν,
άκου, έχω ζήσει αρκετά για να γίνω
μια καλή γυναίκα,
γιατί έχεις ανάγκη μια κακή γυναίκα;
έχεις ανάγκη να σε βασανίζουν, έτσι δεν είναι;
νομίζεις ότι η ζωή είναι σάπια αν κάποιος σου συμπεριφέρεται
σάπια, όλα ταιριάζουν,
έτσι δεν είναι;
πες μου, αυτό είναι; θέλεις να σου φέρονται
σκατά;
και ο γιος μου, ο γιος μου θα σε γνώριζε.
το είπα στο γιο μου
και παράτησα όλους τους εραστές μου.
στάθηκα σε ένα καφέ και ούρλιαξά
ΕΡΩΤΕΥΤΗΚΑ,
Και τώρα με κορόιδεψες…
συγγνώμη, είπα, ειλικρινά συγγνώμη.
κράτα με, είπε, θα με κρατήσεις σε παρακαλώ;
ποτέ ξανά δε βρέθηκα σε κάτι τέτοιο, είπα,
σε ένα τέτοιο τρίγωνο…
σηκώθηκε και άναψε τσιγάρο, έτρεμε ολόκληρη. έκανε βήματα πάνω κάτω, άγρια και τρελή. ήταν μικροκαμωμένη. τα χέρια της ήταν λεπτά, πολύ λεπτά και όταν ούρλιαξε και άρχισε να με χτυπάει την έπιασα απ’ τους καρπούς και μετά πέρασα στα μάτια¨ μίσος, αιώνες βαθιά και αληθινά. έκανα λάθος, ήμουν απρεπής και άρρωστος. όλα τα πράγματα που είχα μάθει είχαν χαραμιστεί.
δεν υπήρχε ζωντανό πλάσμα τόσο βρώμικο όσο εγώ
και όλα τα ποιήματα μου ήταν
εσφαλμένα.


Αγκάλιασε το σκοτάδι

ο σάλος είναι ο θεός
η τρέλα είναι ο θεός
όταν ζεις μονίμως ήρεμα
ζεις μονίμως το θάνατο.
η αγωνία μπορεί να σκοτώσει
ή
η αγωνία μπορεί να κρατήσει το βάρος της ζωής
αλλά η ηρεμία είναι πάντα τρομακτική
η ηρεμία είναι ό,τι χειρότερο
να περπατάς
να μιλάς
να χαμογελάς,
να φαίνεται ότι είσαι.
μην ξεχνάς τα πεζοδρόμια
τις πόρνες,
την προδοσία,
το σκουλήκι μέσα στο μήλο,
τα μπαρ, τις φυλακές,
τις αυτοκτονίες των εραστών.
εδώ στην Αμερική
έχουμε δολοφονήσει έναν πρόεδρο και τον αδερφό του,
ένας άλλος πρόεδρος παραιτήθηκε από τη θέση του.
οι άνθρωποι που πιστεύουν στην πολιτική
είναι σαν τους ανθρώπους που πιστεύουν στο θεό¨
είναι κάτι αποτυχημένοι που έχουν έφεση
στα ασήμαντα.
δεν υπάρχει θεός
δεν υπάρχει πολιτική
δεν υπάρχει ηρεμία
δεν υπάρχει έρωτας
δεν υπάρχει έλεγχος
δεν υπάρχει σχέδιο
μείνε μακριά από το θεό
παράμεινε ενοχλημένος
γλίστρα



Charles Bukowski

της Άννας-Μαρίας Ιακώβου


Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

Οι γυναίκες με τα αλογίσια μάτια - Τάσος Λειβαδίτης


(απόσπασμα του έργου του)


...γι αυτό και μέσα σε κάθε ζωή υπάρχει πάντα κάτι πιo βαθύ
απ' τον εαυτό της - η ζωή των άλλων.
...η μοναξιά είναι τόσο απέραντη
ώστε έρχονται δυο - δυο για να την υπομείνουν.
Στα πρόσωπά τους οι βαθιές ρυτίδες
είναι τ' αυλάκια που κυλάει ο χρόνος
πέφτοντας αθόρυβα
στην αιωνιότητα.

...κι είναι περίεργο πόσο ψεύτικα φαίνονται καμιά φορά
τα πιo αληθινά πράγματα...

Ήθελε να ζήσει
και δεν υπάρχει άλλος τρόπος ζωής, έξω απ' τη ματαιοδοξία.
Δεν ήξερε,
πως το κλειδί της φυλακής του καθένας το κρατάει στην τσέπη του...

Γιατί οι γυναίκες έχουν προαιώνιους,
μυστικούς δεσμούς με το αίμα
αίμα της ήβης, αίμα της παρθενιάς, αίμα της γέννησης...

...οι πράξεις τρέχουν αίμα
απ' τη δειλία αποκεφαλισμένες...
...αίμα για να γεννηθείς,
αίμα για να πεθάνεις
βαθύ, σα θαύμα, ανθρώπινο αίμα.

...σε τούτο το πανάθλιο ξενοδοχείο
γινόταν το πανάρχαιο μυστήριο της τιμωρίας και της συγχώρεσης...
Γιατί η ζωή είναι ατελείωτη και μπορεί κανείς να ξαναρχίσει
και δυο φορές - να ξαναρχίζει κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή...
Kι είσαι ξέχειλος από ανθρώπινα πεπρωμένα.
...ένα καινούργιο ζευγάρι ανεβαίνει κιόλας τη σκάλα
έτοιμο να ριψοκινδυνέψει την ψυχή του στη μεγάλη
αβεβαιότητα του έρωτα.
Kαι πέρα στο βάθος απλώνεται η πόλη απέραντη, πολύβουη,
κατάφωτη, αμφιθεατρική, σαν ένα αρχαίο, γιγάντιο
στάδιο
όπου οι δειλοί δεν έχουν θέση.
Kι α, ποια άλλη, αλήθεια, πιο απροσμέτρητη λεηλασία
υπάρχει της απρόσιτης αιωνιότητας,
απ' το τραγούδι.
"Aύριο", λες,
και μέσα σ' αυτήν τη μικρή αναβολή παραμονεύει ολόκληρο
το πελώριο ποτέ.
...τους μιλούσε για την ελπίδα και το μέλλον - κι άλλες
τέτοιες βλασφήμιες.
Kαι τ' όνομά του ήταν μεγάλο, σαν οποιοδήποτε
ανθρώπινο όνομα.
Mια ζωή, αλήθεια, μπορεί να τελειώσει στη μέση, μια
άλλη να μην αρχίσει ποτέ...

A, ναι, με τούτο το μικρό κλειδί κει πάνω στο κομοδίνο
τα κορίτσια κλειδώνουν κάθε βράδυ τις εισπράξεις και
τη μνήμη τους
για να μπορούν να ζουν.
Kαι μόνο εκείνη η γυναίκα, θάρθει η αναπότρεπτη ώρα,
μια νύχτα, που θα νιώσει με τρόμο ξαφνικά,
πως στέρησε τον εαυτό της απ' την πιο βαθειά, την πιο μεγάλη ερωτική πράξη
μην αφήνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της.
...κι απ' όλα πιό χειρότερο, όταν όχι η ελπίδα πια, μα κι
αυτός ο ίδιος ο πόνος σου σ' αφήνει.
Kι όπως αργά, μεσάνυχτα, γυρίζαμε στα σπίτια μας
τρεκλίζοντας, δεν ήμασταν μεθυσμένοι. Γυρίζαμε
βαρειοί απ' αλήθειες.
Mα να,
που όπως ύστερ' από καιρό μπαίνει κανείς στο σπίτι που του λήστεψαν, ανοίγουμε δακρύζοντας και
μπαίνουμε
στην Iστορία.

Mα πιο πολύ νοιώσαμε την αδυναμία που κρύβεται
πίσω απ' την κακία.
...είπαμε ψέματα από φόβο
κι ύστερα είπαμε ψέματα, έτσι, απο συνήθεια.
Ή κάποτε είπαμε και την αλήθεια, μα δε μας πίστεψαν.


...σ' αναζητάω
σαν τον τυφλό που ψάχνει να βρει το πόμολο της πόρτας
σ' ένα σπίτι πού ‘πιασε φωτιά.
Kι ο άνεργος που γυρίζει αργά, για να χουν όλοι κοιμηθεί
στο σπίτι...
...να λιχνίζει κι ο κίνδυνος την ψυχή μας και να μένει ότι
πιο άγιο και καθαρό.
...νύχτες υψωμένες ως το άπειρο, κι ακόμα ψηλότερα, ως
τον εαυτό μας,
ωριμάζοντας το απίθανο και το οριστικό.
Ήρεμος και απόμακρος, σα μια πράξη που έγινε
και την ακολουθεί η σιωπή.

...αν η καλοσύνη είναι το χέρι του Θεού πάνω απ' τον κόσμο,
η δικαιοσύνη είναι το πρόσωπο του μεγάλου ανθρώπινου πλήθους
μέσα μας.

Γιατί ο πόνος, ο απέραντος ανθρώπινος πόνος, σ' ανασηκώνει
πάνω απ' τον εαυτό σου...
Kαι τότε καταλαβαίνεις
τους πόνους του απείρου
όταν κοιλοπονούσε τον κόσμο. Kαι τους πόνους της γής
για να γεννήσει ένα στάχυ. Ή τους πόνους ολόκληρης
της αιωνιότητας, για να γεννηθεί κάποτε
ένα τραγούδι.

Kαι μέσα στη φωνή μας τρέμαν όλοι οι αιώνιοι χωρισμοί.
...μη μας στερήσεις ποτέ, ω άγια, γλυκειά ζωή
την αγάπη μας για σένα!
Mα τα χέρια τους είναι τυφλά,
σακατεμένα απ' το βάρος όλων αυτών
που δεν έδωσαν.

...άνθρωποι μικρόψυχοι μέσα στις αρετές τους, κι άλλοι
εξαγνισμένοι απ' τις πελώριες αμαρτίες τους.

...κι ο κάθε πόνος μας είναι μια μυστική, πικρή επιστροφή
στην άγια ταπεινότητα των απλών πραγμάτων...

Δικές μας απαιτήσεις απ' τους άλλους,
ενώ μαντεύαμε κι εκείνων τη μικρότητα
και τη δική μας υστεροβουλία.

Λόγια που τα προμελετήσαμε, μα που όταν
ήρθε η ώρα
δώσαν τη θέση τους σε μια δειλή σιωπή...

...που να πας τότε; πού θα κρυφτείς! Tι την έκανες
την ανεπανάληπτη ζωή σου;

Γιατί στο βάθος, μας βασανίζει ανελέητα η απόγνωση
να χουμε κάτι ολότελα δικό μας...
...κι ο εγωισμός,
είναι κι αυτός ένας απελπισμένος τρόπος
να υπάρξεις.

Mα όστις απωλέσει την ψυχήν αυτού, με τι θέλει
την αντικαταστήσει;

Ω μάνα, Γη!
H σημαία μας είναι αγέρωχη σαν τα φέρετρα
η σημαία μας είναι αναμάρτητη σαν τις μητέρες
η σημαία μας είναι σκληρή σαν το Θεό.
Nάσαι τόσο πρόσκαιρος,
και να κάνεις όνειρα
τόσο αιώνια!

Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2015

Γυναίκες - Τάσος Λειβαδίτης



“…Φτωχές γυναίκες,
μοδίστρες, δακτυλογράφοι, ασπρορουχούδες,
τίμιες ή σπιτωμένες, ακόμα κι άλλες
εκείνες του σκοινιού και του
παλουκιού,
γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κουρνιαχτού,
νιώσαμε το φόβο που κρύβεται καμιά φορά
πίσω από την αγνότητα,
την κούραση πίσω από την καλοσύνη ή την αδιαφορία
πίσω απ’ την υπακοή.

Μα πιο πολύ νιώσαμε την αδυναμία που
κρύβεται πίσω απ’ την κακία.
Συχνά μας άφησαν εκείνοι που αγαπούσαμε
πολλές, πάνω στη τρέλα τους, τους ρίξανε βιτριόλι,
οι πιο πολλές βέβαια κλάψαμε, χτυπηθήκαμε,
μα φροντίσαμε σύντομα να βρούμε έναν άλλον,
γιατί τα χρόνια περνάνε…

Αν μας έβλεπε κανείς το βράδυ, όταν μένουμε μονάχες
και βγάζουμε τις φουρκέτες, τις ζαρτιέρες, και κρεμάμε
στην κρεμάστρα το πανωφόρι κι αυτήν τη βαμμένη μάσκα
που μας φόρεσαν, εδώ και αιώνες τώρα, οι άντρες
για να τους αρέσουμε –
αν μας έβλεπαν, θα τρόμαζαν μπροστά σε τούτο
το γυμνό, κουρασμένο πρόσωπο.

Αχ, γυναίκες έρημες,
κανείς δεν έμαθε ποτέ πόση αγωνία κρύβεται πίσω απ’
τη λαγνεία, ή την υστεροβουλία μας.
Και πάντα γυρεύαμε το καλύτερο….

Συχνά καταφύγαμε και στις χαρτορίχτρες,
τρέχουμε στα μέντιουμ να μάθουμε- τι να μάθουμε;
Διαβάζουμε καθημερινά το ωροσκόπιο στις εφημερίδες,
πηγαίνουμε σε διάφορους ύποπτους αστρολόγους…

λοιπόν πού πάμε; Από πού ερχόμαστε; Τι ψάχνουμε
παλεύοντας αιώνια με τα έξω και τα μέσα μας στοιχεία;
Ερχόμαστε απ’ το φόβο και το φόνο, απ’ το αίμα και
την επανάληψη. Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή-
κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία.

Τέλος, ύστερα από πολλά, παντρευόμαστε,
κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις, αρκετά παιδιά,
ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος, οι μικρονευρασθένειες,
κι ύστερα τίποτα. Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας.
Κι επιθυμίες κι αναμνήσεις- αχ περνάει
γρήγορα η ζωή, ούτε το καταλαβαίνεις.

Τα παιδιά ζούνε σ’ ένα δικό τους κόσμο, δε μας ξέρουν
παρά μονάχα σα μητέρες, δεν μπόρεσαν να μας δουν
ποτέ λίγο κι εμάς σαν ανθρώπους-
με τις μικρότητες ή τις παραφορές τους.

Έτσι ζήσαμε. Αγνοημένες και μονάχες μέσα
στο εσωτερικό μας πάθος,
αγνοημένες κι έρημες μέσα στην ιερότητα
της μητρότητάς μας…”



(Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, τ. 1, Κέδρος)

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015

Ιλισσός – Θάνος Κόης/λοστ μπόντις



Ήταν εντελώς στα αρχίδια μου αν αυτό το ποτάμι λεγόταν Ιλισσός
Αυτό που είχε σημασία, ήταν ότι ήταν το μοναδικό μέρος που μπορούσα να χωθώ
για να ξεφύγω από τους μπάτσους
Μπήκα από την είσοδο στην Καλλιθέα
κι άρχισα να τρέχω μέσα στο στεγασμένο τσιμεντομένο ποτάμι
ώσπου έτρεχα στο απόλυτο σκοτάδι
χωρίς να βλέπω εντελώς τίποτα πίσω μου
τίποτα εντελώς μπροστά μου
Ώσπου βρέθηκα με τα μούτρα μέσα στα βρομόνερα,
τις αποχετεύσεις και τα βιομηχανικά λύματα
Και η γλώσσα μου βούτηξε στα κάτουρα των ποντικιών

Ξαφνικά, το άγχος και η αγωνία μου, έφυγαν
κι αφέθηκα να βυθίζομαι ήρεμα και παράλογα
με το χρώμα του νερού να ξανοίγει γύρω μου
σε ένα μπλε, μωβ, γαλάζιο
που εναλλάσσονταν με μια θύελλα από φως
που δημιουργούσε, όγκο, βάθος
και κουρτίνες από φως σαν τροπική καταιγίδα

Τότε κατάλαβα ότι κινούμαι με μεγάλη άνεση
κουνώντας μόνο το κουτσό μου πόδι

Παρόλα αυτά, γλιστρούσα όμορφα
Βαθιά και μακριά, έβλεπα τα πάντα
Όμως κοντά, ήταν όλα θαμπά, φλουταρισμένα
Προσπάθησα να ενώσω τα χέρια μου σαν γυαλιά για να δω καλύτερα
Σιγά σιγά, άρχισα να ξεχωρίζω τις ραφές από την μπλούζα της
που ταξίδευαν το κορμί της σαν ξερολιθιά
Γύρισε και μου άστραψε ένα χάδι με την ανάποδη του χεριού της
Έτσι γύρισα το βλέμμα μου και κατάλαβα ότι όλοι εκεί, ήταν σε ένα άλλο κόσμο
από αυτόν που ξέρουμε

Εκεί δεν υπήρχε άγχος για τίποτα
Οι άνθρωποι, δεν χωρίζονταν σε φυλές, σε πλούσιους και φτωχούς
Όλοι αισθάνονταν, χαίρονταν
Κανείς δεν κατείχε
Κανείς δεν ήθελε γιατί είχε
Είδα όλα τα σπάνια cd που έψαχνα, μπροστά μου
αλλά δεν αισθάνθηκα την ανάγκη να πάρω ούτε ένα

Ολόγυρα είχε εξαιρετικές ζωγραφιές που άλλαζαν συνέχεια  
Ανάλογα με ποιον τρόπο τις έβλεπες
Όταν πείναγες, έφτανε να κοιτάξεις δεξιά, αριστερά
Είχε τραπέζια με βουνά
από κανελόνια με κιμά σαλτσαρωτά
και σουβλάκια τυλιχτά τριών λογιών
Ένα με πλημυρισμένο, τραγανιστό, πικάντικο γύρο
το άλλο με πανσέτα
και το τρίτο, δεν υπήρχε, ήταν απλώς το τρίτο
Λίγο πιο κάτω υπήρχαν ταψιά με μουσταλευριά
με μπόλικη κανέλα κι ένα δάχτυλο καρύδια από πάνω

Η ηλικία ήταν αυτή ή απλά δεν ήταν
Εκεί δεν υπήρχαν νυστέρια έτοιμα να επιτεθούν στις ρυτίδες
Εκεί δεν υπήρχε καμία απειλή
Όλα ήταν αλήθεια και όλα ήταν ψέμα

Σαν κοίταζες μέσα στα μεγάλα κομμάτια από κεχριμπάρι
Αναγνώριζες αγαπητά πρόσωπα που ήταν έτοιμα να συζητήσουν μαζί σου

Το άλσος
Το νερό
Το νερό
Και η μουσική
που εκεί τη μετέφερε ο ένας στον άλλον
με ένα άγγιγμα κι ένα βλέμμα
Αυτό ήταν και το μόνο που έφερα πίσω μαζί μου
Τη μουσική
Για να με πιστέψετε
Αλλά για να δείτε κι εσείς τη μαγεία και την πληρότητα που ζούσαν εκεί
Και φυσικά για να με πιστέψετε

Θάνος Κόης












Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2015

Τέχνη Εστ… του Γιώργου Μικάλεφ



I.

Τέχνη είναι το τρύπιο στομάχι του Bukowski
Το βρακί της O’Keefe
Η κλεπτομανία του Picasso
Το δέρμα που ανατρίχιασε στο ουρλιαχτό του Ginsberg
και τα αυτιά που τον άκουσαν να κλάνει

Τέχνη σήμερα, δεν είναι οι τουρίστες της Avenue Montaigne
ούτε όλοι οι φετιχιστές της Λουτετία

Στο διάολο οι πρωτεύουσες της τέχνης
Τα πατσουλιά & οι σέλφι στον πύργο Ηλίας
Η σύγχρονη τέχνη γεννιέται στη Συρία
Στα μάτια και στα όνειρα ανταρτών γεννιέται η τέχνη

Τέχνη… ζωή, έρωτας, ελευθερία
Στο διάολο οι τουριστικές αποστειρώσεις
Σκατά στον τάφο της Αμφίπολης
Δυο ίντσες του Αλέξανδρου…

II.

Κλειστές για την επόμενη δεκαετία οι γκαλερί
Άνευροι κριτικοί κινηματογράφου
Οι φιλελεύθερες φυλλάδες
αρνούνται πεισματικά να πεθάνουν

Ανώδυνη τέχνη σε μια επώδυνη ζωή
Χορευτικά σόου της χούντας
και μπάρμπεκιου λαχανικών
για σαρκοφάγους μυοπόταμους
έτσι για να περνάει η ώρα…

Η αισθητική εθνικιστικής νεολαίας
Παιδικές ζωγραφιές ενός φασίστα
Οι φασίστες δεν έχουν ψυχή
Η Τέχνη δεν υφίσταται χωρίς…

Γεννιέται σάπια, στο λευκό ταβάνι του νοσοκομείου
στα μάτια ενός σπασμένου αγοριού που τον κοιτάζει
για μέρες χωρίς να μπορεί να περπατήσει
Στο μουστάκι του παιδιού στο διπλανό κρεβάτι
Στο σχεδόν ακρωτηριασμένο του πόδι
Στο άγνωστο του διαδρόμου
και στο κλάμα  της προϊσταμένης…

Το παιδί αρνείται να μεγαλώσει
Τα κόκκαλα αρνούνται να σταματήσουν να πονάνε
Το ακρωτηριασμένο χέρι του Άγιου Σπυρίδωνα

III.

Τα καρφιά στα χέρια του εσταυρωμένου
στην πολυκατοικία απέναντι
Ο ποιητής, μετανιωμένος
Δεν υπολόγισε σωστά το χρόνο
Προσπαθεί  μονάχος, να σταματήσει την αιμορραγία
Το σχοινί δεν άντεξε το βάρος της χοντρής

IV.

Ο πρωθυπουργός μόνος στην εξοχική του κατοικία
βλέπει φιλαράκια και τραβάει μαλακία
Μια αργόσυρτη κλανιά ακούγεται & ένα χαμόγελο περηφάνιας σκάει
Η βροντερή πρωθυπουργική κλανιά
κόστισε τη ζωή ενός αποστειρωμένου γάτου και δύο κουναβιών
Νερωνισμός στην τέχνη

Μια αγχωμένη μαλακία στη σκοπιά
Ο απεγκλωβισμός του νεκρού νεοσύλλεκτου
από τον καταχεσμένο καμπινέ…
της ενηλικίωσης & της ανδρείας

V.

Τέχνη είναι ο κώλος της Belladonna, της Grey & της Rain
Και όχι ενός Γερμανού εκκεντρικού φωτογράφου
σε μια γκαλερί μοντέρνας τέχνης στην ψωλοκώσταινα.

Οι νεκροί ζωντανεύουν
Ο Βαν Γκογκ ξερνάει τα λάδια του
στην όψη της ομώνυμης φίρμας
Το στομάχι του, άδειο σαν τις τσέπες του
και δοξασμένο σαν την αγάπη του αδερφού του

VI.

(έθνο)κάθαρση σε υπόθετο…




Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

Οι γενναίοι - Μίλτος Σαχτούρης


στη Γιάννα

Είναι γενναίοι, όμως κλαίνε
πιστεύουνε σαν τα μικρά παιδιά

φορούν κουρέλια
ακριβά κοστούμια

ζούνε μέσα σε κήπους ή επαύλεις
ή μέσα σ’ ένα δωμάτιο σκοτεινό

άλλοι μέσα σε δρόμους τρόμους τριγυρίζουν
άλλοι σε σύρματα πάνω κρεμασμένοι ανεμίζουν

άλλοι κλεισμένοι μες στις φυλακές

όλοι πασκίζουνε ιδρώνουν
χάνουνε, πετυχαίνουν ή
νομίζουν ότι χάνουνε ή
νομίζουν ότι πετυχαίνουν

πάντοτε ο δαίμονας τούς παραστέκει
σηκώνει την κάννη, το τουφέκι του

στο κέντρο της καρδιάς
τους σημαδεύει.


Από την ποιητική συλλογή "Εκτοπλάσματα" 1986

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015

Η Παρουσία - Μίλτος Σαχτούρης

στον Χρήστο Μπράβο
το ποίημα
κάθεσαι και το ξενυχτάς
σαν τον νεκρό
Στις δώδεκα και μισή
τη νύχτα
την ίδια ώρα και συγχρόνως
φάνηκε στον μεγάλο καθρέφτη και στο παράθυρό μου
ο Ντύλαν Τόμας μ' ένα αναμμένο κόκκινο κερί στο στόμα

νεκρός βέβαια
κι άγιος
και τρελός
όπως τό έχω ξαναπεί

— Έλα αδερφέ, μου λέει, μαζί μου
σάπισες εδώ πέρα
έλα στα βορινά φαράγγια της πατρίδας μου
εδώ ζεις σ' ένα σάπιο τόπο που σε κοροϊδεύουν
εκεί χαιρετάνε τους τρελούς και οι παπάδες
κι η πάπια δε γεννάει πια πάγο
γεννάει κόκκινο αυγό

Αυτά τα λίγα μου είπε ο μεγάλος ποιητής
όχι πια στον καθρέφτη και στο παράθυρό μου
αλλά μέσα από τα ψηλά χορτάρια του θανάτου του
μισός από τη μέση κι απάνω στο φως, έξω από το χορτάρι
μισός από τη μέση και κάτω στο σκοτάδι
κάτω από το φως.
15 Αυγούστου '81
της Παναγίας


Από την ποιητική συλλογή "Εκτοπλάσματα" 1986

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

Ξημέρωμα της άλλης μέρας 4 και 10' - Κατερίνα Γώγου


Δεν κοιμάμαι. Στερητικά. Βαριά. «Ψυχολογική χαρμάνα».
Η μητέρα μου, δε σας το’πα, είναι η Παναγία.
Κάνει πως κοιμάται…
Σέρνομαι στο μπάνιο. Γι’ αυτήν. Μόνο γι’ αυτήν.
Κάθομαι κάτω απ’ το παγωμένο νερό.
Το στόμα μου έχει στραβώσει. Κοιτάω στον καθρέφτη.
Δε βλέπω.
Έχασα και την όραση.

Αυτό το ταξίδι ξέρω. Να πεθαίνω
Και ν’ ανασταίνομαι.

Συμβουλές να πάω σε πνευματικό. «Είμαι δαιμονισμένη»!
Μεσαίωνας. Είμαι γι’ αυτούς
Που κάνανε τσάρκα τουριστική στο Σινά
Και στ’ Άγιον Όρος
Είμαι μάγισσα. Αχ, θεούλη μου
Ας με κάψουνε πρώτη.

Αλήθεια, γιατί δε γερνάω;
Η αιωνία νεότης! Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ.

Τα κόκκαλά μου;
Σαν να πλακώσανε όλοι οι ζητάδες Αθηνών και προαστίων.



"Με λένε οδύσσεια", 2002 

Κυριακή, 2 Μαρτίου 2014

Μεθύστε - Charles Baudelaire




Πρέπει νά ῾σαι πάντα μεθυσμένος.
Ἐκεῖ εἶναι ὅλη ἡ ἱστορία: εἶναι τὸ μοναδικὸ πρόβλημα.
Γιὰ νὰ μὴ νιώθετε τὸ φριχτὸ φορτίο τοῦ Χρόνου
ποὺ σπάζει τοὺς ὤμους σας καὶ σᾶς γέρνει στὴ γῆ,
πρέπει νὰ μεθᾶτε ἀδιάκοπα. Ἀλλὰ μὲ τί;
Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει.
Ἀλλὰ μεθύστε.
Καὶ ἂν μερικὲς φορές, στὰ σκαλιὰ ἑνὸς παλατιοῦ,
στὸ πράσινο χορτάρι ἑνὸς χαντακιοῦ,
μέσα στὴ σκυθρωπὴ μοναξιὰ τῆς κάμαράς σας,
ξυπνᾶτε, μὲ τὸ μεθύσι κιόλα ἐλαττωμένο ἢ χαμένο,
ρωτῆστε τὸν ἀέρα, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι,
τὸ κάθε τι ποὺ φεύγει, τὸ κάθε τι ποὺ βογκᾶ,
τὸ κάθε τι ποὺ κυλᾶ, τὸ κάθε τι ποὺ τραγουδᾶ,
ρωτῆστε τί ὥρα εἶναι,
καὶ ὁ ἀέρας, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι,
θὰ σᾶς ἀπαντήσουν:
-Εἶναι ἡ ὥρα νὰ μεθύσετε!
Γιὰ νὰ μὴν εἴσαστε οἱ βασανισμένοι σκλάβοι τοῦ Χρόνου,
μεθύστε, μεθύστε χωρὶς διακοπή!
Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει.

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Μικρή μαρτυρία για τον ποιητή Τάσο Λειβαδίτη, (απόσπασμα)...του Μανόλη Πρατικάκη



Θα περιγράψω ένα περιστατικό σχετικά με δημοσίευση ποιημάτων του Λειβαδίτη σε περιοδικό, γιατί νομίζω ότι έχει ένα γενικότερο ενδιαφέρον, καθώς εμπλέκονται σ’ αυτό και άλλοι σημαντικοί ποιητές. Το 1988ήταν τα δεκάχρονα του περιοδικού «Το Δέντρο» και στο πανηγυρικό τεύχος ο Μαυρουδής και ο Γουδέλης θέλησαν να τιμήσουν τον Λειβαδίτη, με πρωτοσέλιδα ανέκδοτα ποιήματά του.

Ο Μαυρουδής γνώριζε την φιλία μου με τον Λειβαδίτη και με παρακάλεσε να μεσολαβήσω για τη συγκατάθεσή του και να έρθουν τα πρωτότυπα κείμενα στα χέρια τους. Πράγματι τηλεφώνησα στον Λειβαδίτη, του εξήγησα την πρόθεση του περιοδικού και εκείνος συμφώνησε. Συναντηθήκαμε στο σπίτι του και μου έδωσε τα ποιήματα, τα οποία και έδωσα στο «Δέντρο». Το περιοδικό όμως είχε ζητήσει συνεργασία, για το ίδιο, πανηγυρικό τεύχος και από τους Ρίτσο, Καρούζο, Βρεττάκο, κ.λ.π. Προσωπικά αγνοούσα τα ονόματα των άλλων συνεργατών πλην του Λειβαδίτη. Δέκα μέρες, περίπου, αργότερα με παίρνει τηλέφωνο ο Λειβαδίτης. Άρχισε διστακτικά να μου λέει ότι δεν ήταν απαραίτητο να μπουν «πρώτα» τα ποιήματά του, και κάτι τέτοια. Του απάντησα ότι η επιλογή ήταν πηγαία, ότι «ήταν μια επιλογή εκτίμησης και αγάπης σ’ εσένα και το έργο σου» κ.λ.π. «Καλά παιδί μου», απάντησε, όπως συνήθιζε με τους φίλους του. Την επόμενη άλλο τηλεφώνημα, γύρω από το ίδιο θέμα με αυξανόμενη αγωνία. Παρά τις εξηγήσεις μου, που προς το παρόν τον έπειθαν, επανερχόταν εναγωνίως. Όταν τον ρώτησα αν υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος, απάντησε αρνητικά.

Όμως όπως έμαθα αργότερα, υπήρχε. Στο μεταξύ ο Νίκος Καρούζος, αυτός ο σπουδαίος ποιητής, φίλος επίσης, και με πιο συχνές συναντήσεις, είχε μάθει τη μεσολάβησή μου για τα ποιήματα του Λειβαδίτη στο «Δέντρο». Με παίρνει, λοιπόν, έξαλλος, σ’ ένα μεταμεσονύχτιο τηλεφώνημα, βρίζοντας τους υπεύθυνους του περιοδικού και αφήνοντας αρκετές αιχμές για τη δική μου μεσολάβηση. «Τον Φίλο σου τον Λειβαδίτη», όπως έλεγε συχνά με κάποια ζηλόφθονη σκοπιμότητα. Πάνω από μισή ώρα φώναζε με ένα βάναυσο επίμονο, δαιμονικό αλλά συγκρατημένο λόγο: «κανείς ζωντανός δεν μπορεί να προηγηθεί από μένα, να το πεις στους φίλους σου, στον άθλιο Μαυρουδή και τον τρισάθλιο Γουδέλη, ας μην τολμήσουν...σαράντα χρόνια τώρα μου χρωστάει η Ελλάδα...κανένας ζωντανός», επαναλάμβανε για πολλοστή φορά ως συνήθιζε, «μόνο οι νεκροί μπορούν να προηγηθούν, μόνο οι νεκροί», κ.ο.κ.

Προσπάθησα μάταια να τον καθησυχάσω. Επαναλάμβανε σαν από μαγνητόφωνο τις ίδιες ακριβώς φράσεις, σαν μια οργισμένη μηχανή που ήξερε να χρησιμοποιεί μόνο αυτές τις λέξεις, με αυτήν την αλληλουχία, με την ίδια αδιάλειπτη οξύτητα και οργή. Συμφωνήσαμε να συναντηθούμε την επομένη. «Αλλά οι άθλιοι ας μην τολμήσουν» ήταν η επωδός.

Όταν έκλεισε ήρθε μπροστά μου η ήρεμη, καλοσυνάτη μορφή του Λειβαδίτη, ο διακριτικός, γεμάτος δισταγμούς λόγος του, που «απαιτούσε» ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που απαιτούσε ο μαινόμενος Καρούζος. Τι διαφορά! Έβλεπα μπροστά μου δυο ειδών παραλογισμούς, που μόνο από καλλιτέχνες μπορούσαν να εκφραστούν.

Όταν αργότερα βρέθηκα στο σπίτι του Λειβαδίτη, σε μια στιγμή που εκείνος έλειπε, η γυναίκα του η Μαρία, πολύ εμπιστευτικά μου αποκάλυψε ότι ο Τάσος δεν θέλει να είναι πρωτοσέλιδο «γιατί θα στεναχωρηθεί και θα θυμώσει ο Γιαννάκης», δηλ. ο Ρίτσος, μου είπε χαμηλόφωνα. Και πρόσθεσε, σχεδόν φοβισμένη: «Έχει κάνει και τρεις μήνες να του πει καλημέρα, σε κάποιες ανάλογες περιπτώσεις. Πρέπει όλα να περνούν από την έγκρισή του. Ο Τάσος τον σέβεται, τον θεωρεί δάσκαλό του, αν κι εκείνος δεν παύει ποτέ να μας το υπενθυμίζει, αλλά και τον φοβάται. Συχνά για τέτοια, τον κρατά σε καραντίνα, πράγμα που ο γλυκός μου ο Τάσος, δεν μπορεί να αντέξει. Εσύ ξέρεις πόσο καλός και πόσο εύθραυστος είναι. Ο Ρίτσος έμαθε για το πρωτοσέλιδο του «Δέντρου» και ήδη μας έκανε αρκετούς υπαινιγμούς, ξέρει εκείνος τον τρόπο», πρόσθεσε. Ήταν η Τρίτη κατά σειρά έκπληξή μου.

Όταν την επομένη μου τηλεφώνησε ο Λειβαδίτης, για το γνωστό θέμα, του είπα, σχεδόν, οργισμένος. «Ε, ως εδώ, Τάσο. Τα ποιήματά σου θα μπουν πρωτοσέλιδο. Οι τιμές και τα πρωτοσέλιδα του Ρίτσου δεν μετριούνται. Δεν έχεις δικαίωμα να αποποιηθείς μια τιμή που σου κάνει ένα περιοδικό. Μη με ξαναπάρεις γι’ αυτό το θέμα, τέρμα και τελεία. Ο Ρίτσος έχει μπουχτίσει, αλλά παραμένει άπληστος. Ως εδώ». Φαίνεται ότι η οργή μου τον ανακούφισε. Καταλάβαινε επίσης πως είχα αντιληφθεί την πηγή της αγωνίας του. Και ότι με είχε εξοργίσει η αιτία αυτής της αγωνίας, αυτή η καταπιεστική μηχανή, η ρετουσαρισμένη με τόσο τέλεια και ατελείωτη απρέπεια, στο όνομα της φιλίας και της ιδεολογικής ανιδιοτελούς συντροφικότητας – τι κούφιες λέξεις!

Σ’ αυτό το περιστατικό η μοίρα θέλησε να παίξει ένα μακάβριο παιχνίδι. Πριν κυκλοφορήσει το τεύχος του «Δέντρου» με τη συνεργασία αυτών των κορυφαίων ποιητών, ο Λειβαδίτης εισάγεται στο Γενικό Κρατικό Αθηνών, και μετά από δύο εξάωρα χειρουργεία για ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής, στα οποία, με παράκληση του ποιητή, ήμουν παρών, πεθαίνει. Ένας τεράστιος, απρόβλεπτος θρόμβος (μοναδικός στα χρονικά της Αγγειοχειρουργικής κλινικής), έφραξε το μόσχευμα και παρά τις απέλπιδες προσπάθειες, κατέληξε. Φαντάζομαι ότι ο Καρούζος θα έμεινε άναυδος. Τώρα πια θα μπορούσαν άνετα να τεθούν σε εφαρμογή οι αφορισμοί του. «Οι νεκροί προηγούνται». Τον είχε προλάβει η πραγματικότητα. Και φυσικά, ούτε ο Ρίτσος θα τολμούσε να απαιτήσει υπακοή από τον νεκρό «μαθητή» και σύντροφο στους αγώνες και την τέχνη. Όταν αργότερα συνάντησα τον Καρούζο στο γνωστό στέκι της πλατείας Μαβίλη, μου επανέλαβε μ’ εκείνη τη βραχνή μεταλλική φωνή του «οι νεκροί όντως προηγούνται...είδες φίλε μου τι παιχνίδι μας έπαιξε η τύχη;». Μόνο που τώρα η φωνή του είχε ένα ράγισμα, ένα θάμπωμα. Εκείνη την στιγμή κατάλαβα ότι αισθάνθηκε τον παραλογισμό του και ότι είχε ίσως την υποψία ότι με την άγρια εμμονή του οδήγησε (σε επίπεδο μεταφυσικής) τα πράγματα, έτσι, που να προηγηθεί ο Λειβαδίτης, αλλά όχι βέβαια ζωντανός.

Στο σπίτι του νεκρού πια Λειβαδίτη είχαμε μαζευτεί πολλοί. Ήταν εκεί και ο Ρίτσος. Έκλαιγε σπαρακτικά, με λυγμούς, απογυμνωμένος. Γέρος όσο ποτέ. Χωρίς κανένα φτιασίδι. Δίχως να σκέφτεται πως θα τον δει χωρίς τις προσωπίδες του ο κόσμος. Αφάνταστα γέρος, εύθραυστος και πελιδνός, αυτός με τις παλιές συντεταγμένες σοσιαλιστικές του βεβαιότητες με το αγέρωχο επιτηδευμένο ύφος που μας δήλωνε πόσο μακριά στεκόταν από ευτέλειες και ματαιοδοξίες. Ήταν καθισμένος εκεί, ένα θλιβερό ανθρώπινο κουρέλι με πραγματικούς λυγμούς και αληθινά δάκρυα. Πρώτη φορά τον έβλεπα αυθεντικό και γνήσιο. Ήταν η κατάρρευση ενός μύθου. Εκμηδενισμένος, ξένος προς το ποιητικό του σώμα. Έκλαιγε για όλους και για όλα που είχαν καταρρεύσει και προ πάντων για τον ίδιο. (Βρισκόμαστε στο 1989 που μόλις είχε καταρρεύσει η Σοβιετική ΄Ενωση, ο Τσαουσέσκου, κ.λ.π.). Έκλαιγε μπροστά στο θάνατο ενός αληθινά Αγγελικού ποιητή.
Που δεν ήξερε τι θα πει μικρότητα.
Αθήνα, Μανόλης Πρατικάκης

Από το τελευταίο τεύχος του εργοταξίου εξαιρετικών αισθημάτων,
Οδός Πανός, Τεύχος 140, Απρίλιος- Ιούνιος 2008 και από το μεγάλο αφιέρωμα στον
Τάσο Λειβαδίτη.



Υ.Γ. Εβίβες στον φίλο ποιητή Γιάννη Ζελιαναίο για όλα τα παραπάνω. 


Τάσος Λειβαδίτης - 2 Ντοκιμαντέρ


Το 2ο επεισόδιο της σειράς «ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΟΠΟΙ» αποτελεί αφιέρωμα στον ποιητή ΤΑΣΟ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ και το έργο του. Το ντοκιμαντέρ ερευνά τα στάδια της ποιητικής του παραγωγής με έμφαση στην έννοια της εντοπιότητας και την ποιητική βίωση του τόπου της Αθήνας. Ανιχνεύονται επίσης, τα συστατικά στοιχεία, οι ιδεολογικές τοποθετήσεις και οι υπαρξιακές αναζητήσεις στο ποιητικό του έργο, όπως η ανθρωπιά, η μοναξιά, η νοσταλγία και το αίσθημα της ματαίωσης.
Για τον ποιητή μιλούν η καθηγήτρια Πανεπιστημίου ΣΟΝΙΑ ΙΛΙΝΣΚΑΓΙΑ και οι ποιητές ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΩΣΤΑΒΑΡΑΣ και ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατά τη διάρκεια της εκπομπής διαβάζονται αποσπάσματα του έργου του και προβάλλονται πλάνα αρχείου όπου εμφανίζεται να απαγγέλλει ο ίδιος ο Τ. ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ.

Από το αρχείο της ΕΡΤ






Ντοκιμαντέρ του Τάσου Ψαρρά

Γεννήθηκε στην Αθήνα το βράδυ της Αναστάσεως του 1922. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όμως τον κέρδισε η λογοτεχνία και συγκεκριμένα η ποίηση. Ανέπτυξε έντονη πολιτική δραστηριότητα στο χώρο της αριστεράς με συνέπεια να εξοριστεί από το 1947 έως το 1951. Στο Μούδρο, στη Μακρόνησο και μετά στον Αϊ Στράτη κι από κει στις φυλακές Χατζηκώστα στην Αθήνα, απ' όπου αφέθηκε ελεύθερος το 1951. Το «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου» θεωρήθηκε «κήρυγμα ανατρεπτικό» και κατασχέθηκε. Τελικά το δικαστήριο (Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, 10 Φεβρουαρίου 1955) τον απάλλαξε λόγω αμφιβολιών.

Στο ελληνικό κοινό ο Τάσος Λειβαδίτης εμφανίστηκε το 1946, μέσα από τις στήλες του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα (τεύχ. 55,15-11-46) με το ποίημα «Το τραγούδι του Χατζηδημήτρη». Το 1947 συνεργάστηκε στην έκδοση του περιοδικού «Θεμέλιο». Το 1952 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική σύνθεση με τίτλο «Μάχη στην άκρη της νύχτας» και εργάστηκε επίσης σαν κριτικός ποίησης στην εφημερίδα Αυγή, από το 1954 - 1980 (με εξαίρεση τα έτη 1967-74 που η εφημερίδα είχε κλείσει λόγω δικτατορίας) και το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» (1962-1966), όπου δημοσίευσε πολιτικά και κριτικά δοκίμια.

Στο διάστημα της Χούντα των Συνταγματαρχών ο ποιητής για βιοποριστικούς λόγους μεταφράζει ή διασκευάζει λογοτεχνικά έργα για λαϊκά περιοδικά ποικίλης ύλης με το ψευδώνυμο Pόκκος. Ο Τάσος Λειβαδίτης πέθανε στην Αθήνα 30 Οκτωβρίου 1988 μετά το θάνατό του εκδόθηκαν χειρόγραφα ανέκδοτα ποιήματά του με τον τίτλο «Χειρόγραφα του Φθινοπώρου».





Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Medusa by Yianneis


Medusa


Ασθμαίνω. Ασθμαίνω.
-Αυτή η ασθένεια μεταδίδεται με το βλέμμα
Ερωτευμένοι εραστές πέθαναν πρώτοι, τι καλά
Πέθαναν πρώτοι.

Πιο μετά πανικός και χαμός και τρόμος για ζωή,
Ποια ζωή? Τι είπες? Ποια ζωή? Μη με κοιτάς.
Δεν σε κοιτώ

Μοιραστήκαν γυαλιά και οδηγίες, γενικές απεργίες
πανικός, ένας χαμός. τρόμος, μη με κοιτάς. Δε σε έχω δει.

Μυωπική αφαιρετικότητα συγχωνεύει τα πράγματα και τις έννοιες για να μη ξεχωρίσεις τίποτα, παρά μουντά, ασύνδετα χρώματα να κατασπαράζει το ένα το άλλο. Και αυτό είναι νόμος.
Ναι είναι νόμος του κράτους

-Ποιος είναι αυτός, ο τρελός, ο κακός, ο ζαλισμένος, ο φτωχός, ασυνείδητος, οκνός, φρικτός, καμπουριασμένος και μόνος ; ΕΝΟΧΟΣ. Εσύ. Εγώ.

-Ασθμαίνω. χαμογελώ. είπαμε. είμαι γελοίος. Χαμογελώ. και ας αδιαφορήσετε. χαμογελώ. και ας μη με ξέρετε, δεν έχετε καν ακούσει για μένα από τρίτους. χαμογελώ. δεν έχετε ακούσει το λυγμό μου που βγαίνει μέσα από το βραχνό λαιμό μου πηχτός, τραβώντας μέσα του πικρό, δηλητηριώδες σάλιο, αίμα και γρέζι. γρέζι από τον τόρνο που κατεργάστηκε την κρύα σιδερένια καρδιά μου. χαμογελώ. έχει ξεχαστεί η ύπαρξη μου, μήπως δεν υπήρξα ποτέ. χαμογελώ. Μα. είμαι κάπου μέσα σας.

ΕΙΜΑΙ ΓΕΛΟΙΟΣ ΝΑΙ. Κυλιέμαι και στο χώμα, ντρέπομαι, κραυγάζω, υποφέρω, σας λέω αλήθεια δε το θέλω (μα και φυσικά το θέλω. Το θέλω όσο τίποτε άλλο στο κόσμο). χαμογελώ με τα σάλια μου να στάζουν στο τρεμάμενο πιγούνι μου. Είμαι ενοχλητικός, πολύ ενοχλητικός. ΓΙΑ ΔΕΣΙΜΟ. Ψιθυρίζω: Δεν είμαι σαν εσάς. εγώ είμαι εγώ. είμαι ελεύθερος....

Προφήτευα μια κοινωνία αγγέλων, είχα ως βήμα ένα καφάσι της λαϊκής.
Γύρω μου συνέρεε κόσμος πολύς και όλοι τους αφήναν το κατιτίς.



Από κείμενα του Βασίλη Κυριακόπουλου
Επιμέλεια κειμένων : Voukefalas
Μουσική : Δημήτρης Σιάμπος, Λάμπρος Φιλίππου